Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

Εθνικές στρατηγικές άμυνας και ασφάλειας:Προετοιμασία ακόμα και για γενικευμένες πολεμικές αναμετρήσεις

Οι μεγάλοι «παίκτες» στη «σκακιέρα» του διεθνούς ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού
Οι εξελίξεις σε όλα τα πεδία όπου εκδηλώνεται ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός καταδεικνύουν ότι όλες οι ισχυρές δυνάμεις ενισχύουν τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς τους και προχωρούν στην κατάρτιση νέων «εθνικών στρατηγικών άμυνας».
Ο λόγος είναι ότι η υπεράσπιση των συμφερόντων των μονοπωλίων τους απαιτεί και στρατιωτική παρουσία σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου. Αυτό γίνεται ορατό με την τεράστια συσσώρευση στρατιωτικών εξοπλισμών και στρατιωτών στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο, στην Ευρώπη και στα σύνορα με τη Ρωσία, στην περιοχή της Ινδίας και του Ειρηνικού Ωκεανού. Εκφραση φυσικά αυτής της αντιπαράθεσης είναι και οι εξελίξεις στα Βαλκάνια, με την προσπάθεια ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ να εντάξουν σε αυτές τις ιμπεριαλιστικές λυκοσυμμαχίες όσες χώρες δεν έχουν ακόμα ενταχθεί, για να τις αποσπάσουν από την επιρροή της Ρωσίας αλλά και της Κίνας, με τα σχέδιά της για τους νέους εμπορικούς «δρόμους του μεταξιού». Βεβαίως και οι περισσότερες αστικές τάξεις παζαρεύουν την ένταξή τους, με κάποιες να μην αποκλείουν και τις θερμές σχέσεις με τη Ρωσία.
Δείχνοντας λοιπόν αυτήν τη «μεγάλη εικόνα» όπου συγκρούονται «βουβάλια» (βλέπε ισχυροί μονοπωλιακοί όμιλοι) σε μια σειρά τομείς, από την Ενέργεια και τους δρόμους μεταφοράς της έως τον έλεγχο αγορών υποδομών και γεωστρατηγικών σφαιρών επιρροής, θα δώσουμε ενδεικτικά τις βασικές προτεραιότητες των βασικών «παικτών» όπως καταγράφονται μέσα από τις λεγόμενες «εθνικές στρατηγικές άμυνας και ασφάλειας», που στην ουσία είναι προετοιμασία ακόμα και για γενικευμένες πολεμικές αναμετρήσεις, όταν εξαντληθούν τα περιθώρια άλλων διευθετήσεων.
ΗΠΑ: Προτεραιότητα οι «αναθεωρητικές δυνάμεις» Κίνα και Ρωσία
Η λεγόμενη νέα «Στρατηγική Εθνικής Αμυνας» που δημοσιοποίησε στις 19 Γενάρη ο Αμερικανός υπουργός Αμυνας, στρατηγός ε.α. Τζ. Μάτις, ως συνέχεια της «Εθνικής Στρατηγικής Ασφαλείας» που εξήγγειλε ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στις 18 Δεκέμβρη 2017, θέτει ως μεγάλες γεωπολιτικές προτεραιότητες τους ανταγωνιστές, Κίνα και Ρωσία, που χαρακτηρίζει «αναθεωρητικές δυνάμεις» οι οποίες αμφισβητούν την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ. Η πρώτη με την προσπάθεια εκτοπισμού των ΗΠΑ από τις αγορές Ασίας - Ειρηνικού και άλλες περιοχές, η δεύτερη με την προσπάθεια να αναδειχθεί σε στρατιωτική υπερδύναμη.
Ετσι εντοπίζονται ως βασικά πεδία αντιπαράθεσης οι περιοχές του Ινδικού - Ειρηνικού Ωκεανού, της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, μετατοπίζοντας το βάρος από τη λεγόμενη «καταπολέμηση της τρομοκρατίας». Σε αυτήν την κατεύθυνση προσδιορίζονται ως βασικά ζητήματα η αύξηση και ανάπτυξη του πυρηνικού και πυραυλικού οπλοστασίου των ΗΠΑ και προωθείται η δημιουργία νέων μικρότερων πυρηνικών όπλων που θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ευκολότερα σε περιφερειακές συγκρούσεις. Τα «μικρότερα» όπλα που σχεδιάζονται είναι πύραυλοι με πυρηνικές κεφαλές που θα εκτοξεύονται από υποβρύχια. Επίσης προωθούνται η περαιτέρω «επαγγελματοποίηση» του αμερικανικού στρατού και η αύξηση των εξοπλιστικών δαπανών στα 700 δισ. δολάρια.
Στην ίδια κατεύθυνση και το ΝΑΤΟ, που προωθεί τη δημιουργία δύο νέων στρατηγείων: Ενα στη Γερμανία ως κέντρο σχεδιασμού και διοίκησης για ταχεία μεταφορά στρατιωτικών και υλικών και ένα στις ΗΠΑ με σκοπό την εξασφάλιση «αεροπορικών και θαλάσσιων διαδρομών μεταξύ Βόρειας Αμερικής και Ευρώπης στον Ατλαντικό».
Ταυτόχρονα, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα χαρακτηρίζονται στη νέα στρατηγική των ΗΠΑ «κράτη - ταραξίες» (rogue states). Το πρώτο κατηγορείται πως «συνεχίζει να σπέρνει τη βία και να παραμένει η μεγαλύτερη πρόκληση στη Μέση Ανατολή», επιδιώκοντας «να φτιάξει ένα τόξο επιρροής και αστάθειας, ενώ επιζητεί την περιφερειακή ηγεμονία». Η Β. Κορέα κατηγορείται ότι «προβαίνει σε παράνομες πράξεις και παράτολμη ρητορική παρά τις κυρώσεις του ΟΗΕ». Στην πραγματικότητα η αντιπαράθεση με τις δύο αυτές χώρες είναι επίσης έκφραση της γενικότερης σύγκρουσης με τη Ρωσία και την Κίνα.
Ρωσία: Διευρύνει τη στρατιωτική της παρουσία
Η αστική τάξη της Ρωσίας, με την κατοχύρωση θέσεων στη Μέση Ανατολή μετά από την εμπλοκή της στον πόλεμο της Συρίας, διευρύνει την επιρροή της και αλλάζει περιφερειακές ισορροπίες, αναπτύσσοντας δεσμούς και με παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ. Ξεχωρίζουν οι οικονομικο-στρατιωτικές σχέσεις με την Τουρκία, την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία, ενώ «πονοκέφαλο» στα επιτελεία των ΗΠΑ προκαλεί η διεύρυνση των σχέσεων της Ρωσίας με το Ιράν, αλλά και των συμβολαίων της στο Ιράκ. Οι επιχειρήσεις του ρωσικού στρατού στη Συρία αποτέλεσαν μια πρώτης τάξης ευκαιρία επίδειξης ισχύος της ρωσικής πολεμικής μηχανής, προώθησης οπλικών συστημάτων όπως των αντιπυραυλικών «S-400» (βλέπε την προωθούμενη πώληση στην Τουρκία).
Επίσης, στην καθιερωμένη ετήσια συνέντευξη που έδωσε στις 14/12/17, ο Ρώσος Πρόεδρος Βλ. Πούτινανακοίνωσε κονδύλια ύψους σχεδόν 50 δισ. δολαρίων για νέα εξοπλιστικά προγράμματα και τη συντήρηση των υπαρχόντων, για την «ενίσχυση της άμυνας».
Ταυτόχρονα, η Ρωσία συνεχίζει τη στήριξη στις ανατολικές περιοχές της Ουκρανίας και την Κριμαία, ενώ εντείνει και την παρέμβασή της στα Βαλκάνια, σε μια περίοδο που ΗΠΑ - ΝΑΤΟ και ΕΕ προωθούν τα σχέδιά τους για την ένταξη των χωρών των Δ. Βαλκανίων στις ευρωατλαντικές δομές και διευρύνεται - με αντιθέσεις - μέσα στην ΕΕ η συζήτηση για τη λεγόμενη «απεξάρτηση» της ΕΕ από τη ρωσική Ενέργεια. Χαρακτηριστική είναι η στάση της γερμανικής αστικής τάξης, που παρότι κρατά αποστάσεις από τη Ρωσία για τη σύγκρουση στην Ουκρανία, την ίδια ώρα, επειδή θίγονται τα συμφέροντά της, θέλει διατήρηση των συμφωνιών με ενεργειακούς ρωσικούς κολοσσούς απαραίτητων για την εγχώρια βιομηχανία της (βλέπε αγωγούς του «Βόρειου Ρεύματος» - «Nord Stream 1» και «2»), γι' αυτό είναι και πιο «ανοιχτή» στη σταδιακή άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Η Ρωσία, με τους αστούς πολιτικούς της ηγέτες, δεν χάνει ευκαιρία να θυμίζει στους «συμμάχους» τον κοινό αγώνα για την ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, και παρότι απαντά στις απειλές, απευθύνει καλέσματα για «αμοιβαία συνεργασία» και για «σεβασμό των συμφερόντων του άλλου, ώστε όλοι να κερδίζουν». Λανσάρει έτσι την αυταπάτη του δήθεν «αρμονικού πολυπολικού κόσμου», ένα ιδεολόγημα που χρησιμοποιείται και από άλλες δυνάμεις - και ιδιαίτερα τους σοσιαλδημοκράτες και οπορτουνιστές - και το οποίο επιχειρεί να εξωραΐσει τη φύση του ίδιου του καπιταλισμού και των ανταγωνισμών στο τελευταίο, ιμπεριαλιστικό του στάδιο, στο οποίο γίνεται ακόμα πιο επικίνδυνος για τους λαούς.
Κίνα: Με τους «εμπορικούς δρόμους» και την ενίσχυση της ισχύος
Η Κίνα, με τη ραγδαία ισχυροποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων, συμμετέχει όλο και πιο δυναμικά στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και αυτό οδηγεί και στην ανάγκη να θωρακίζει τα συμφέροντα των μονοπωλιακών της ομίλων, που επεκτείνουν τη δράση τους στον ανταγωνισμό με μονοπώλια άλλων δυνάμεων. Αυτό οδηγεί και στη στρατιωτική ισχυροποίηση και την παρουσία με στρατό και βάσεις σε πολλές περιοχές του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι η κινεζική ηγεσία ιεραρχεί την ανάγκη για «ισχυρή χώρα με Ενοπλες Δυνάμεις παγκόσμιας κλάσης». Απαιτεί «ενεργότερη συμμετοχή» στη διεθνή σκηνή και «ανάπτυξη και μεταρρύθμιση του συστήματος παγκόσμιας διακυβέρνησης». Η Κίνα απέκτησε πρόσφατα το πρώτο αεροπλανοφόρο της και σύντομα σχεδιάζει το επόμενο. Απέκτησε επίσης την πρώτη της στρατιωτική βάση στο εξωτερικό, στο Τζιμπουτί της Ανατολικής Αφρικής, στην είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας, που οδηγεί στη διώρυγα του Σουέζ και από εκεί στη Μεσόγειο. Το Τζιμπουτί είναι μια μικρή χώρα με γεωστρατηγική σημασία, που λειτουργεί σχεδόν αποκλειστικά για στρατιωτικές εγκαταστάσεις, φιλοξενώντας και βάσεις των ΗΠΑ, της Γαλλίας και άλλων. Ταυτόχρονα, υπάρχουν πληροφορίες και για νέα βάση στο Πακιστάν. Την ίδια ώρα, επεκτείνει τις στρατιωτικές υποδομές στη Νότια Κινεζική Θάλασσα, εντατικοποιεί τις τακτικές στρατιωτικές ασκήσεις με τη Ρωσία, στην ευρύτερη περιοχή από την Κορεατική Χερσόνησο (ως απάντηση στην αντιπυραυλική ασπίδα που στήνουν οι ΗΠΑ με τη Νότια Κορέα) μέχρι τη Βαλτική και τη Μεσόγειο.
Ολες αυτές οι προετοιμασίες γίνονται για την υπεράσπιση του μεγάλου σχεδίου των επόμενων δεκαετιών, των σύγχρονων «δρόμων του μεταξιού», «Ενας δρόμος - μια ζώνη» (One road, one belt), που αφορά κάθε γωνιά της υφηλίου. Η Κίνα προβάλλει τη λογική της «αμοιβαίας συνεργασίας» (win - win, κερδίζω - κερδίζεις), που δήθεν μπορεί να αποβεί υπέρ των λαών. Ομως, στο σύγχρονο κόσμο της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, της διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, οι εργαζόμενοι είναι οι μόνοι χαμένοι, και ενώ υπάρχουν τεράστιες παραγωγικές δυνατότητες και επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα, οι ίδιοι βλέπουν να μην μπορούν να καλύψουν ούτε στοιχειώδεις ανάγκες, να αυξάνεται ο βαθμός εκμετάλλευσης. Επίσης αυξάνεται ο κίνδυνος να γίνονται «κρέας» στα κανόνια των εκμεταλλευτών τους, όσο την εξουσία έχουν οι μονοπωλιακοί όμιλοι.
Γερμανία: Διεκδικεί ενισχυμένο ρόλο
Η γερμανική αστική τάξη, ως ηγέτιδα στην ΕΕ, διεκδικεί όλο και πιο αυτοτελή ρόλο για τους ομίλους που εκπροσωπεί και για την Ευρωένωση ως σύνολο. Στη δική της «εθνική στρατηγική ασφάλειας» ιεραρχεί - διατηρώντας τη διατλαντική σχέση - να αναλάβει η ΕΕ πιο αποφασιστικά την υπόθεση της ασφάλειάς της και της παρέμβασης στον κόσμο. Είναι χαρακτηριστική η διατύπωση του ΥΠΕΞ Ζ. Γκάμπριελ, που απαιτεί η Γερμανία να γίνει «παράγοντας διαμόρφωσης της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής», «καθορίζοντας σαφώς τα δικά της ιδιαίτερα συμφέροντα», σε ένα τοπίο όπου «η παγκόσμια αμερικανική κυριαρχία γίνεται σιγά σιγά παρελθόν» και «παντού όπου οι ΗΠΑ αποσύρονται - είτε πραγματικά, είτε φαινομενικά - δεν τις διαδέχεται η Ευρώπη, αλλά άλλα κράτη» (βλέπε την επιρροή της Κίνας και της Ρωσίας).
Σε αυτήν την κατεύθυνση, η Γερμανία με το λεγόμενο σχέδιο «Berlin plus» πρωταγωνιστεί στην ενσωμάτωση των Δυτικών Βαλκανίων στις ευρωατλαντικές δομές, ενώ διευρύνει την παρουσία της στην Αφρική και με αποστολή στρατού, στο όνομα της συμβολής στην «καταπολέμηση της τρομοκρατίας». Προβάλλει την ανάγκη του περιορισμού της δράσης της Κίνας και της αντιμετώπισης του «αθέμιτου ανταγωνισμού», π.χ. με τον φτηνό χάλυβα που εισρέει στην Ευρώπη. Προωθεί μαζί με τη Γαλλία στρατιωτικά σώματα και σχήματα στην κατεύθυνση συγκρότησης Ευρωστρατού, όπως η Μόνιμη Διαρθρωμένη Στρατιωτική Συνεργασία (PESCO ), τα Battlegroups, τα Intergroups, είτε με σχετική αυτοτέλεια απέναντι στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, είτε σε συνεργασία και σύμπραξη μαζί τους, εξυπηρετώντας κάθε φορά τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων.


Σάββατο 24 Φλεβάρη 2018 - Κυριακή 25 Φλεβάρη 2018
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ